Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2020

Η Αγία Σοφία και οι τρείς θυγατέρες της Πίστη, Ελπίδα και Αγάπη (17 Σεπτεμβρίου)

 

Η Αγία Σοφία ήταν θεοσεβής και μεγάλωνε μόνη της, καθώς είχε χηρεύσει, με χριστιανική παιδεία τις τρείς κόρες της. Η Πίστη, η Ελπίδα και η Αγάπη είχαν πάρει τα όνοματά τους από το λόγο του Αποστόλου Παύλου «Νυνί δε μένει πίστις, ελπίς και αγάπη, τα τρία ταύτα’ μείζων δε ταύτων η αγάπη.» (Α’ Κορ. 13:13). Η Αγία Σοφία μαζί με τις θυγατέρες της πήγαν στη Ρώμη, την εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού (117-138 μ.Χ.). Όταν πληροφορήθηκε ότι η Σοφία και οι κόρες της ήταν φημισμένες Χριστιανές, διέταξε να τις συλλάβουν. Την Σοφία την απομόνωσαν και ανέκριναν τα τρία κορίτσια της. Πρώτη παρουσιάστηκε μπροστά στον Αδριανό η Πίστη. Ο Αυτοκράτορας της είπε ότι θα της προσφέρει μια ζωή ευτυχισμένη ζωή αν αρνηθεί τον Χριστό. Η Πίστη, δώδεκα ετών, απάντησε με σθένος «Ζω εμπνεόμενη από την πίστη στον Χριστό, που με αγάπησε και έδωσε τον εαυτό Του για τη σωτηρία μου» (Γαλ. 2: 20). Ο Αυτοκράτορας διέταξε αμέσως να τη βασανίσουν φρικτά και να την αποκεφαλίσουν. Όταν ρώτησαν την δεκάχρονη Ελπίδα αν αξίζει να υποστεί τα ίδια βασανιστήρια με την αδελφή της είπε με θάρρος «Ναι, διότι έχουμε στηρίξει στις ελπίδες μας στον ζωντανό Θεό, που είναι σωτήρ όλων των ανθρώπων, και ιδιαίτερα των πιστών» (Α’ Τιμ. 4:10). Έτσι, την αποκεφάλισαν αμέσως. Η Αγάπη που ήταν εννέα χρονών ομολόγησε την πίστη της λέγοντας ότι η ύπαρξή της είναι στραμμένη «Στην αγάπη του Θεού και στην υπομονή του Χριστού» (Β’ Θεσσαλ. 3 : 5). Μετά από την ομολογία της στον Χριστό, αποκεφαλίστηκε και εκείνη. Η Σοφία ενταφίασε με τιμές τα παιδιά της και κάθισε δίπλα τους τάφους των θυγατέρων της, παρακαλώντας να την πάρει κοντά Του. Ύστερα από τρείς ημέρες παρέδωσε το πνεύμα της στον Κύριο. Η μνήμη της Αγίας Σοφίας και των τριών θυγατέρων της Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης τιμάται από την Αγία μας Εκκλησία κάθε χρόνο στις 17 Σεπτεμβρίου.    

                                         


Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

Το Ευαγγέλιο της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού


Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, συμβούλιον ἐποίησαν οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ πρεσβύτεροι κατά τοῦ Ἰησοῦ ὅπως αὐτὸν ἀπολέσωσι. Καί παρεγένοντο πρός Πιλᾶτον λέγοντες· Σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν. Λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· Λάβετε  αὐτὸν ὑμεῖς καὶ σταυρώσατε· ἐγὼ γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν αὐτῷ αἰτίαν. Ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ ᾿Ιουδαῖοι· Ἡμεῖς  νόμον ἔχομεν, καὶ κατὰ τὸν νόμον ἡμῶν ὀφείλει ἀποθανεῖν, ὅτι ἑαυτὸν Θεοῦ Υἱὸν ἐποίησεν. ῞Οτε οὖν  ἤκουσεν ὁ Πιλᾶτος τοῦτον τὸν λόγον, μᾶλλον ἐφοβήθη, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν καὶ λέγει τῷ ᾿Ιησοῦ· Πόθεν εἶ σύ; Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἀπόκρισιν οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ. Λέγει οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· Ἐμοὶ οὐ λαλεῖς; Οὐκ οἶδας ὅτι ἐξουσίαν ἔχω σταυρῶσαί σε καὶ ἐξουσίαν ἐχω ἀπολῦσαί σε; Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· Οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ᾿ ἐμοῦ, εἰ μὴ ἦν σοι δεδομένον ἄνωθεν. Ὁ οὖν Πιλᾶτος ἀκούσας τοῦτον τὸν λόγον ἤγαγεν ἔξω τὸν ᾿Ιησοῦν, καὶ ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ βήματος εἰς τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, Ἑβραῑστὶ δὲ Γαββαθᾶ· ἦν δὲ παρασκευὴ  τοῦ πάσχα, ὥρα δὲ ὡσεὶ ἕκτη· καὶ λέγει τοῖς ᾿Ιουδαίοις·  Ἴδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν. Οἱ δὲ ἐκραύγασαν· Ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν. Λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· Τὸν βασιλέα ὑμῶν σταυρώσω; Ἀπεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς· Οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα. Τότε οὖν παρέδωκεν αὐτὸν αὐτοῖς ἵνα σταυρωθῇ. Παρέλαβον δὲ τὸν ᾿Ιησοῦν καὶ ἤγαγον· καὶ βαστάζων τὸν σταυρὸν αὐτοῦ ἐξῆλθεν εἰς τὸν λεγόμενον κρανίου τόπον, ὃς λέγεται Ἑβραῑστὶ Γολγοθᾶ, ὅπου αὐτὸν ἐσταύρωσαν, καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἄλλους δύο ἐντεῦθεν καὶ ἐντεῦθεν, μέσον δὲ τὸν ᾿Ιησοῦν. Ἔγραψε δὲ καὶ τίτλον ὁ Πιλᾶτος καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ· ἦν δὲ γεγραμμένον· ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ βασιλεὺς τῶν  ᾿Ιουδαίων. Τοῦτον οὖν τὸν τίτλον πολλοὶ ἀνέγνωσαν τῶν ᾿Ιουδαίων, ὅτι ἐγγὺς ἦν τῆς πόλεως ὁ τόπος ὅπου  ἐσταυρώθη ὁ ᾿Ιησοῦς· καὶ ἦν γεγραμμένον ῾Εβραῑστί, ῾Ελληνιστί, ῾Ρωμαῑστί. Εἱστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ ᾿Ιησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ Μαρία ἡ  Μαγδαληνή.  ᾿Ιησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρί αὐτοῦ· Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου. Εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. Καὶ ἀπ᾿ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς  αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια. Μετὰ τοῦτο εἰδὼς ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι πάντα  ἤδη τετέλεσται, κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα.