Δευτέρα 3 Αυγούστου 2020

Ο Αύγουστος της Δέσποινας (Α΄ΜΕΡΟΣ)


Το πλοίο έφθανε στη Φολέγανδρο, από το κατάστρωμα η Δέσποινα και ο Άκης έβλεπαν τα λευκά σπιτάκια του νησιού και ανυπομονούσαν να δουν τη γιαγιά τη Δέσποινα και τον παππού τον Νίκο. 

-Φτάνουμε, φτάνουμε, είπε ο Άκης.
-Μπαμπά, ο παππούς και η γιαγιά θα μας περιμένουν στο λιμάνι; Ρώτησε η Δέσποινα.
-Όχι! Απάντησε ο μπαμπάς ο Παύλος.
-Μας περιμένουν στο σπίτι. Είπε η μαμά η Ξανθίππη.

Μόλις κατέβηκαν από το πλοίο πήγαν αμέσως στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς. Η γιαγιά η Δέσποινα και ο παππούς ο Νίκος όταν τους είδαν τους φίλησαν και τους αγκάλιασαν. Έπειτα, κάθισαν στο μικρό τραπεζάκι της αυλής και είπαν τα νέα τους, είχαν να βρεθούν όλοι μαζί από το Πάσχα. Κάποια στιγμή ο Άκης είπε.
-Πείνασα, τι θα φάμε;
-Έφτιαξα φασολάκια, είπε η γιαγιά. Από σήμερα που είναι 1 Αύγουστου μέχρι στις 15 Αύγουστου, που είναι η γιορτή της Παναγίας μας, νηστεύουμε!
-Τι εννοείς νηστεύουμε;
-Δεν τρώμε κρέας, ψάρι, αυγά, τυρί, γιαούρτι και δεν πίνουμε γάλα. Για αυτό τα πρωινά θα πίνουμε σοκολάτα αντί για γάλα μέχρι ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο. Ψάρι τρώμε μόνο στις 6 Αυγούστου που είναι η γιορτή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Η νηστεία μαζί με την Παράκληση μας βοηθούν να προετοιμαστούμε καλύτερα για την γιορτή της Παναγίας.

-Τι είναι η Παράκληση; Ρώτησε η Δέσποινα.
-Η Παράκληση, είπε η μαμά, είναι μια τελετή, μια Ακολουθία, πιο σωστά, για την Παναγία μας, που θα την κάνουμε μαζί με τον Παπαδημήτρη στην εκκλησία του νησιού, μέχρι την προπαραμονή της Παναγίας.

Όταν τελείωσαν το φαγητό τους, τα παιδιά πήγαν στο δωμάτιο τους να ξαπλώσουν και κοίταζαν απ΄ έζω από το μπλε παράθυρο.
-Δεσποινούλα κοίτα, ένα καραβάκι με μεγάλα πανιά διασχίζει γρήγορα τη θάλασσα. Φώναξε με ενθουσιασμό ο Άκης.
-Ναι και πίσω του αφήνει αφρό, σαν ζωγραφιά είναι. Απάντησε εκείνη.

Το απόγευμα πήγαν όλοι μαζί στην εκκλησία για την Παράκληση. Αφού άναψαν το κερί τους και προσκύνησαν την εικόνα της Παναγίας που βρισκόταν στο κέντρο του μικρού Ναού και κάθισαν σε μια μεριά. Ο Παπαδημήτρης βγήκε από το Ιερό και πήγε μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας και διάβασε κάτι χαρτάκια.
-Τι είναι αυτά τα χαρτάκια που διάβασε ο παπούλης γιαγιά; Ρώτησε ψιθυριστά η Δέσποινα.
-Σε αυτά τα χαρτάκια έχουμε γράψει τα ονόματα των αγαπημένων μας ανθρώπων που τα διαβάζει ο Παπαδημήτρης στην Παναγία για να τους έχει καλά!

Όταν τελείωσε η Παράκληση, βγήκαν στον περίβολο της μικρής λευκής εκκλησίας με το ψηλό καμπαναριό και τον μπλε τρούλο που πάνω του είχε έναν σταυρό. Εκεί, η Δέσποινα συνάντησε τις φίλες της, τη Μελίνα, τη Ζωή και την αδελφή της τη Μυρτώ. Μόλις τις είδε χάρηκε, γιατί είχαν να βρεθούν πολύ καιρό. Τα τέσσερα κορίτσια κάθισαν σε ένα πεζούλι της εκκλησίας και είπαν τα νέα τους.

Οι μέρες κυλούσαν πολύ όμορφα στη Φολέγανδρο. Τα πρωινά η Δέσποινα με τις φίλες της πήγαιναν στη θάλασσα και κολυμπούσαν και έφτιαχναν τεράστια κάστρα στην αμμουδιά. Τα απογεύματα, μετά την Παράκληση, όργωναν με τα ποδήλατα τους τα στενά πλακόστρωτα σοκάκια του νησιού.

Ένα πρωί η Δέσποινα μαζί με τον αδελφό της τον Άκη, τον μπαμπά και τον παππού τους πήγαν για ψάρεμα. Ξανοίχτηκαν με το καΐκι του παππού του Νίκου και άρχισαν να ψαρεύουν. Ο Άκης έβγαλε δύο ψαράκια με το καλάμι του και τα δίχτυα του παππού και του μπαμπά γέμισαν αρκετά Ψάρια.
-Θα πάμε τα ψάρια στο σπίτι, είπε ο μπαμπάς ο Παύλος, για να τα μαγειρέψει η γιαγιά αύριο. Μετά θα πάμε στο αμπέλι για τον τρύγο, θα κόψουμε τα σταφύλια από τις κλιματαριές. Αύριο που είναι η γιορτή της Μεταμόρφωση του Χριστού θα τα πάμε στην εκκλησία να τα ευλογήσει ο Παπαδημήτρης. Πήγαν στο αμπέλι και τρύγισαν και τα σταφύλια που έκοψαν τα έβαλαν σε μεγάλα τελάρα.
-Τι είναι η Μεταμόρφωση του Χριστού; Είπε με απορία  ο Άκης.
-Μία μέρα, είπε ο παππούς, ο Ιησούς πήγε μαζί με τους μαθητές του, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη σε ένα βουνό που λεγόταν Θαβώρ. Εκεί ο Χριστός μεταμορφώθηκε. Δηλαδή, ντύθηκε ολόκληρος με το λευκό Του Φως, έτσι οι μαθητές Του κατάλαβαν ότι ήταν Θεός αληθινός.

Το επόμενο πρωί πήγαν κάποια από τα τελάρα με τα σταφύλια στην εκκλησία, τα έβαλαν κάτω από την εικόνα του Χριστού όπου είχαν αφήσει και οι συγχωριανοί τους τα δικά τους καφάσια. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας ο Παπαδημήτρης ευλόγησε τα σταφύλια και ύστερα τα μοίρασε τον κόσμο που ήταν εκεί. Το άλλο πρωί πήραν τα υπόλοιπα καφάσια με τα σταφύλια και τα πήγαν στο πατητήρι, εκεί τα πάτησαν με τα πόδια τους και έβγαλαν το ζουμί τους.
-Το ζουμί από τα σταφύλια λέγεται μούστος, είπε ο μπαμπάς. Τον μούστο θα τον πάμε στο εργοστάσιο όπου θα τον βράσουν σε μεγάλα καζάνια για να γίνει κρασί και θα κρατήσουμε και εμείς λίγο για να τον φτιάξουμε γλυκό, μουσταλευριά και μουστοκούλουρα.

Πλησίαζε ο Δεκαπενταύγουστος και όλη η Φολέγανδρος είχε αρχίσει τις προετοιμασίες. Οι γυναίκες του νησιού άσπρισαν τους εξωτερικούς τοίχους και έβαψαν μπλε τα παράθυρα και την πόρτα της εκκλησίας και ασβέστωσαν τα σοκάκια της χώρας.
Η μαμά και η γιαγιά της Δέσποινας καθάρισαν στο σπίτι. Ο μπαμπάς και ο παππούς έβαψαν το σπίτι απ΄έξω, τον μαντρότοιχο, τις πόρτες και τα παράθυρα. Περιποιήθηκαν τον κήπο. Ο κήπος μοσχοβολούσε από τα ροζ, μωβ, κίτρινα και κόκκινα λουλούδια, σε μία άκρη του είχε έναν μεγάλο ξυλόφουρνο όπου έψηνε το φαγητό η γιαγιά. Στη μέση του κήπου υπήρχε μια συκιά που με τα φύλλα της σκίαζε το τραπεζάκι με τις καρεκλίτσες του και την κούνια με τις μπορντό μαξιλάρες. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου