Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017

Μερικά σημεία από τη βιογραφία του Μ. Αντωνίου που συνέγραψε ο Μ. Αθανάσιος




            Ο Μέγας Αντώνιος είναι Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας  και ο πρώτος ασκητής του Χριστιανισμού, που θεμελίωσε τον υγιή Μοναχισμό. Έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού μέχρι και την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των παιδιών του. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το έζησε ως ασκητής στην έρημο και πέθανε στις 17 Ιανουαρίου του 356, οπότε και εορτάζεται η μνήμη του. Εορτάζεται η μνήμη του και  από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τις Λουθηρανικές, τις Αγγλικανικές,  Παραφυάδες , όπου θεωρείται και από όλους αυτούς  άγιος.
            Την βιογραφία του Αγίου Αντωνίου έγραψε στην ελληνική ο Μέγας Αθανάσιος ο οποίος ως επίσκοπος Αλεξανδρείας την έστειλε αρχικά σε μοναχούς της Αιγύπτου αρχίζοντας με τη φράση "Αγαθήν άμιλλαν ενωτίσασθε". Αυτήν αντέγραψε στη συνέχεια ο Συμεών ο Μεταφραστής από τον οποίον και παρέλαβε ο Αγάπιος ο Κρητικός που μετέφρασε εκ του ελληνικού και καταχώρησε στον εκδοθέντα υπ΄ αυτού "Παράδεισον". Ιδιαίτερο εγκωμιαστικό λόγο στον Μέγα Αντώνιο συνέθεσε και  ο Ιεροδιδάσκαλος Μακάριος ο Πάτμιος.
          Ο Μέγας Αθανάσιος, ο βιογράφος του Αντωνίου, περιγράφει μία σχετικά υγιή παιδική και εφηβική ηλικία, σε καλό οικογενειακό περιβάλλον και πολύ κοντά στην Εκκλησία: «Συνήγετο μέντοι μετὰ τῶν γονέων ἐν τῷ Κυριακῷ…».[1] Στο αρχικό αυτό στάδιο, ο M. Αθανάσιος μας παρέχει τρεις σημαντικές πληροφορίες. Πρώτον, μία ιδιαίτερη συνειδητή παρουσία του στη θεία Ευχαριστία «…καὶ τοῖς ἀναγνώσμασι προσέχων, τὴν ἐξ αὐτῶν ὠφέλειαν ἐν ἑαυτῷ διετήρει.»[2]; Δεύτερον, όπως αφηγείται ο  Μ. Αθανάσιος, προσερχόμενος ο Αντώνιος σε μία κυριακάτικη Θεία Λειτουργία, τον απασχολούσε μία  συνήθης κατά τα συμφραζόμενα  βαθύτατη εσωτερική εξέταση ενός πνευματικού ερωτήματος: «…συνάγων ἑαυτοῦ τὴν διάνοιαν, ἐλογίζετο περιπατῶν, πῶς οἱ μὲν ἀπόστολοι πάντα καταλιπόντες ἠκολούθησαν τῷ Σωτῆρι· οἱ δὲ ἐν ταῖς Πράξεσι πωλοῦντες τὰ ἑαυτῶν ἔφερον καὶ ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων, εἰς διάδοσιν τῶν χρείαν ἐχόντων, τίς τε καὶ πόση τούτοις ἐλπὶς ἐν οὐρανοῖς ἀπόκειται».[3]
Μία τρίτη πληροφορία αφορά στις λεπτομέρειες της κλήσης του αγίου προς την αναχωρητική και τη μοναχική ζωή: «…εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ συνέβη τότε τὸ Εὐαγγέλιον ἀναγινώσκεσθαι, καὶ ἤκουσε τοῦ Κυρίου λέγοντος τῷ πλουσίῳ· Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησον πάντα τὰ ὑπάρχοντά σοι, καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανοῖς. Ὁ δὲ Ἀντώνιος, ὥσπερ θεόθεν ἐσχηκὼς τὴν τῶν ἁγίων μνήμην, καὶ ὡς δι’ αὐτὸν γενομένου τοῦ ἀναγνώσματος, ἐξελθὼν εὐθὺς ἐκ τοῦ Κυριακοῦ…».[4]
Οι παραπάνω πληροφορίες που διασώζονται από τον Μ. Αθανάσιο έχουν ιδιαίτερη σημασία καθώς φαίνεται ότι αποτελούν χαρισματικές εκφράσεις. Και τούτο, διότι αυτό που εξωτερικά φαίνεται ως απλή και πολλές φορές παθητική μυστηριακή ευχαριστιακή ζωή, φανερώνεται ως μια βαθμηδόν ανοδική πνευματική  πορεία. Μπορεί η θεολογία σαν γνώσεις και επιστήμη να αφιερώνει τόμους ολόκληρους στην εξύμνηση της  αγιότητας και πως μπορεί κανείς να γίνει άγιος, ωστόσο δεν είναι ευκαταφρόνητο το αντίθετο μάλιστα και το απλό χάρισμα, της συνειδητής δηλαδή συμμετοχής στα τελούμενα κατά τη διάρκεια της θείας Ευχαριστίας  αλλά και όλων των άλλων  υπόλοιπων Ι. Μυστηρίων και της όλης Λατρευτικής και κηρυκτικής εργασίας της Εκκλησίας.
Το ίδιο θα ίσχυε και στην περίπτωση των βαθύτερων ερωτημάτων που θέτουμε για την προσέγγισης πνευματικών ζητημάτων. Ας υποθέσουμε δηλαδή , ότι κάποιος ακούει ή διαβάζει μία πνευματική πληροφορία, όπως λ.χ. ότι καθώς προσεύχονταν ο Παύλος και ο Σίλας στη φυλακή έγινε σεισμός.[5]
Αν ο ίδιος στη συνέχεια δεν επεξεργαστεί την πληροφορία αυτή μόνο με τη λογική και την θέσει περαιτέρω υπό εξέταση, τότε ενεργοποιείται μία διπλή παράμετρος  αυτής της χαρισματικής λειτουργίας να θέτουμε ερωτήματα για την πνευματική μας ζωή, γιατί γίνεται αυτό? Γιατί αυτό το επέτρεψε ο Θεός ?κ.λ.π. . Η παράμετρος αυτή περιλαμβάνει τόσο την ανθρώπινη συμβολή-λογική συμμετοχή ( και πως θα γίνει αυτό αφου άνδρα δεν γινώσκω?)  όσο  βέβαια και την αναμονή της απάντησης εκ του  Αγ. Πνεύματος.
        Η βιογραφία του Αντωνίου αφήνει να εννοηθεί ότι οι δύο αυτές λειτουργίες  η λογική και η αναμονή της απάντησης και της παρουσίας του Θεού στη ζωή μας προετοίμασαν τόσο την κλήση του για την μοναχική ζωή όσο και την ετοιμότητα του καλουμένου  να αντιληφθεί άμεσα το περιεχόμενό  αυτής της κλίσεως. Γιατί θέλω να γίνω μοναχός ?  Τι θέλω να επιτύχω με την κίνησή μου αυτή? Το Θέλει ο Θεός αυτό το σχέδιο μου?
          Στο πλαίσιο αυτό και η γνήσια κλήση του Θεού σε μας  θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα  φαινόμενο της Χάριτος του Αγ. Πνεύματος. Στη συγκεκριμένη αφήγηση της ζωής του Αγ. Αντωνίου  προσφέρονται ακόμη τρία βασικά στοιχεία που αφορούν στο γεγονός της κλήσεως του για την πορεία και την ζωή που ακολούθησε  Ποια είναι αυτά τα τρία σημαδιακά σημεία.
          Πρώτον, η μη τυχαία σύμπτωση της ώρας εισόδου στον Ναό του Θεού  με την ανάγνωση της σχετικής  Ευαγγελικής περικοπής που έδινε  στον Αντώνιο απάντηση και προτροπή στην κλήση του και στο υπαρξιακά διατυπωμένο ερώτημα του. Άρα ο Θεός μας δίνει απαντήσεις ε όλα τα ερωτήματά μας αρκεί εμείς να έχουμε αυτά να ακούσουμε τον Θεό και μάτια να τον βλέπουμε στη ζωή  και τα έργα μας.
          Δεύτερον, η αίσθηση-κατανόηση του Αντωνίου ότι το ανάγνωσμα ήταν σαν να μιλούσε προσωπικά σε αυτόν. Πόσες  φορές λέμε μα για μένα μιλάει σήμερα η Εκκλησία μέσω των Ιερών Κειμένων της,  της Υμνολογίας και του Ι. Κηρύγματός Της.   
          Τρίτον, η άμεση μετουσίωση σε πράξη των ενεργειών εκείνων που απορρέουν από την κλήση. Δηλαδή αφού πιστώ ότι για μένα λεέι αυτό που θέλω να κάνω πράξη αυτή την προτροπή της Εκκλησίας  ( Π. Χ. Να αγαπάς τον συνάνθρωό σου όπως τον εαυτό σου……..)
          Αυτό που δεν διαφωτίζεται στο κείμενο  της βιογραφίας του Αγ. Αντωνίου από τον Άγιο Αθανάσιο  είναι ο τρόπος με τον οποίο ο νεαρός Αντώνιος  είχε τη διαβεβαίωση ότι αυτή η εσωτερική του κλήση για τον μοναχισμό και την αφιέρωση στο Θεό εξ ολοκλήρου  ήταν γνήσια και πράγματι ήταν εκ Θεού και όχι από συναισθηματικές επιπόλαιες επιλογές.

Όταν κάποιος από εμάς όμως, ωστόσο παρατηρήσει την περί διακρίσεως διδασκαλία του Αγ. Αντωνίου τότε , ίσως λάβει και τις κατάλληλες απαντήσεις στο ερώτημα αυτό. Άρα ο  Άγιος Αντώνιος πρέπει από όλους μας να μελετηθεί. Να δούμε τι εμπειρίες είχε και πως τις καταγράφει στο θέμα της διακρίσεως που οφείλουμε όλοι να έχουμε.
         Ακολουθώντας στη συνέχεια την περιγραφή της πνευματικής ζωής του κορυφαίου αναχωρητή της Ερήμου Μεγάλου Αντωνίου , ερχόμαστε τώρα στο στάδιο της πρακτικής εφαρμογής των επιταγών, της διδασκαλίας  της χριστιανικής ζωής, καθώς και στην επακόλουθη εμφάνιση των πρώτων αρετών  που αποκτά ο άνθρωπος που ακολουθεί την τήρηση του Νόμου και των Εντολών του Θεού στη Ζωή του.
          Στο σημείο αυτό εάν κάποιος επιχειρήσει να κάνει αυτή την προσέγγιση από την οπτική γωνία του σύγχρονου ανθρώπου  είτε του εκκλησιαζομένου  είτε του αδιάφορου και μη εκκλησιαζομένου  θα σχημάτιζε την εικόνα ενός ασκητή απομονωμένου στο κελί του, ο οποίος ζει μία μάλλον μονότονη και άγευστη ζωή  Έτσι δε λένε όλοι τι θα πας να γίνεις μοναχός να αποκτήσεις μία μονότονη-άγευστη ζωή από τα καλά του κόσμου: «αὐτὸς πρὸ τῆς οἰκίας ἐσχόλαζε λοιπὸν τῇ ἀσκήσει, προσέχων ἑαυτῷ καὶ καρτερικῶς ἑαυτὸν ἄγων». Συναντά ο άγιος Αντώνιος κάποιον ηλικιωμένο ασκητή  ο οποίος «…ἐκ νεότητος τὸν μονήρη βίον ἀσκήσας…» και διψά να μάθει από αυτόν τα εφόδια της ζωής της αρετής, της ζωης του ευαγγελίου, της ζωής της αφιερώσεως  «…Ἐκεῖ τοίνυν τὰς ἀρχὰς διατρίβων, τὴν διάνοιαν ἐστάθμιζεν,…». Τα ενδιαφέροντά του δε «…ὅλον δὲ τὸν πόθον καὶ πᾶσαν τὴν σπουδὴν ἔχῃ περὶ τὸν τόνον τῆς ἀσκήσεως.».
                   Αναλαμβάνει ταυτόχρονα χειρονακτική εργασία, δεν είναι τεμπέλης καλόγερος που κοιμάται και κάνει ότι ασκείται καθοδηγούμενος πάντα από Γέροντα  πνευματικά και «προσηύχετο  συνεχῶς, μαθὼν, ὅτι δεῖ κατ’ ἰδίαν προσεύχεσθαι ἀδιαλείπτως. Καὶ γὰρ προσεῖχεν οὕτως τῇ ἀναγνώσει…».[6]
          Ο Μ. Αθανάσιος με την αφήγησή του δεν επιθυμεί απλά να μας  δώσει μία μονότονη περιγραφή της ασκητικής ζωής ή έστω μια σειρά από ηθικές  εντολές και επιταγές που βρίσκουν την εφαρμογή  τους στον μοναχικό βίο. Αντίθετα ενδιαφέρεται να δώσει μία περιγραφή η οποία υποκρύπτει πως ο καλός μοναχός ο γνήσιος αφιερωμένος στο Θεό πιστός  αρχίζει την χαρισματική αύξηση της πνευματικής του ζωής.
          Είναι προφανές ότι σε μια ομάδα 100 ανθρώπων ακόμη και ασκητών, οι οποίοι θα ακολουθούσαν το πρότυπο ζωής του αγίου Αντωνίου, δεν είναι βέβαιο ότι όλοι θα εμφορούνταν από μια χαρισματική ζωή και βιοτή. ¨ολοι οι μοναχοί σε ένα μοναστήρι δεν κάνουν την ίδια άσκηση και το ίδιο αγώνα και δεν έχουν τα ίδια πνευματικά αποτελέσματα . Επομένως όπως συμπεραίνεται από τη σχετική  ιστορία και αφήγηση της ζωής του Μεγάλου Αντωνίου, ο συγκεκριμένος  Μέγας ασκητής της Εκκλησίας  κάθε άλλο παρά μονότονα περνούσε την ώρα της ζωής και της ασκήσεως του. Ο ίδιος διέθετε χαρισματικό βίωμα, ανεξάρτητα από το εάν στα αρχικά στάδια δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να το εκφράσει λογικά και με τρόπο κατανοητό στους άλλους ανθρώπους.
          Αν θα ήθελε κάποιος να δώσει μια λογική περιγραφή αυτού του τύπου της χαρισματικής έκφρασης της ζωής του Μεγάλου Αντωνίου τους καρπούς τους πρώτους που ο Άγιος θα είχε από τον έντονο αγώνα του , θα μπορούσε να αναφέρει την  ειρήνη, την χαρά και την πνευματική δύναμη στην καρδιά.             
( ΣΧΟΛΙΟ Εμείς μέσα από τον αγώνα που καθημερινά κάνουμε έχουμε αυτούς τους πρώτους πνευματικούς καρπούς ειρήνη, την χαρά και την πνευματική δύναμη στην καρδιά?????
           Ο ασκητής, ο άνθρωπος του Θεού  αισθάνεται αμέσως μετά τη απόφασή του να φιερωθεί και να αρχίσει να αγωνίζεται  μία γενική επίσκεψη του Αγίου Πνεύματος, η οποία προϊόντος του χρόνου αρχίζει να εξειδικεύεται σε ένα ή και περισσότερα από τα χαρίσματα του Παρακλήτου ανάλογα τον χαρακτήρα κάθε αφιερωμένου ανθρώπου (ΠΡΟΟΡΑΤΙΚΟ-ΘΕΡΑΠΕΙΑ- ΣΤΗΡΙΞΗ κ.λ.π.) .
          Ο μοναχός Άγιος Αντώνιος δεν μένει μόνο στα απλά τα επιδερμικά να μην μισώ να έχω καλοσύνη, αγάπη , ανοχή διάκριση  κ.λ.π. αρχίζει να αναπτύσσεται πιο βαθειά ποιο ουσιαστικά  στο εσωτερικό πεδίο της ψυχής και του μυαλού του 
          Οι εσωτερικοί λογισμοί της διανοίας του κακοί αρχικά και καλοί  εξετάζονται και αρχίζουν να ελέγχονται. Την ίδια στιγμή ζωντανεύει μέσα του όχι σαν δήλωση  αλλά ως  εμπειρία πλέον, ως αίσθηση  και ως αψευδής  πληροφορία ότι  εκτός από τον κακό εαυτό μας που κυλίεται στα πάθη του και στις αμαρτίες και παραβάσεις των εντολών του Θεού υπάρχει ο αντίδικος, ο  Διάβολος ο οποίος επιτείνει την πολεμική  τέχνη και τις μεθοδείες του του ενάντια σε εκείνον που βλέπει να προκόπτει πνευματικά και  χαρισματικά.
          Από την άλλη μεριά μέσα από την βιογραφία που ο Άγιος Αθανάσιος μας σώζει βλέπουμε και το οπλοστάσιο του Διαβόλου του αντιδίκου που είναι ιδιαίτερα πλούσιο. Μερικές από τις μεθόδους τις οποίες χρησιμοποιούσε στον Άγιο Αντώνιο  ήταν η επίρριψη  βλασφημίας του Θεού μέσω των λογισμών, η καθοδήγηση κάποιων ανθρώπων από τον Διάβολο  με σκοπό την εναντίωση, την συκοφαντία την διαβολή την κατάκριση  ή την παγίδευση του  μεγάλου ασκητή, αλλά και η εμφάνιση σαν σε όραμα και σε οπτασία ανθρώπων, ζώων, αντικειμένων ή καταστάσεων.  ( Πειρασμοί του Χριστού στην έρημο)  Όταν κάποιος, όπως ο Μ. Αθανάσιος, διακρίνει ότι η πολεμική αυτή  του Διαβόλου λαμβάνει χώρα είναι αλήθεια, είναι πραγματικότητα , τότε είναι σε θέση να γνωρίζει ότι ό Άγιος Αντώνιος νικώντας αυτές τις πιο πάνω καταστάσεις ενεργεί πλέον φωτισμένα και βρίσκεται στο  ενδιάμεσο ασκητικό επίπεδο της πνευματικής ζωής.
        Επανερχόμενοι στο σημείο αυτό στον  Μέγα  Ασκητή της ερήμου τον Άγιο Αντώνιο ο Μ. Αθανάσιος ο μαθητής και μιμητής του θα σημειώσει , «… Ὁ γὰρ νομίσας ὅμοιος γενέσθαι Θεῷ ὑπὸ νεανίσκου νῦν ἐπαίζετο· καὶ ὁ σαρκὸς καὶ αἵματος κατακαυχώμενος ὑπὸ ἀνθρώπου σάρκα φοροῦντος ἀνετρέπετο. Συνήργει γὰρ ὁ Κύριος αὐτῷ, ὁ σάρκα δι' ἡμᾶς φορέσας, καὶ τῷ σώματι δοὺς τὴν κατὰ τοῦ διαβόλου νίκην· ὥστε τῶν ὄντως ἀγωνιζομένων ἕκαστον λέγειν· «Οὐκ ἐγὼ δὲ, ἀλλ' ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σὺν ἐμοί».[7]
          Όταν ο αγωνιστής της αρετής όταν ό άγιος ασκητής όταν ο πιστός χριστιανός  εξέρχεται, από το  ενδιάμεσο χαρισματικό στάδιο, νικητής στους πειρασμούς και στα εμπόδια του Διαβόλου και των συνεργών του , οδηγείται σε ένα επόμενο ανώτερο τρίτο πνευματικό στάδιο, όπου οι αρετές, τα ιδιαίτερα χαρίσματα, η εσωτερική  πνευματική δύναμη και γαλήνη  και οι «εχθρικές επιθέσεις» γίνονται ακόμη πιο καθαρές και εμφανείς.
          Είναι σαφές στον αγωνιζόμενο  άγιο, τον ασκητή ότι οι δυνάμεις του με τις οποίες αγωνίζεται κατά του κακού εαυτού του και των παγίδων του Διαβόλου εκφεύγουν των δικών του μικρών ανθρωπίνων μέτρων, «…μᾶλλον δὲ τοῦ Σωτῆρος καὶ τοῦτο γέγονεν ἐν τῷ Ἀντωνίῳ τὸ κατόρθωμα,…τοῖς μὴ κατὰ σάρκα περιπατοῦσιν, ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα.»[8].
          Ο επικείμενος αγώνας του θα συνεχιστεί «μακρὰν τῆς κώμης» σε κάποιο  απομονωμένο μέρος. Εκεί ο Θεός παραδίδει τον αγωνιστή, η δε αντίπαλη πλευρά ο Διάβολος με τα όργανά του  θα παρατάξει τους δικούς της πολεμιστές και τις τεχνικές και παγίδες του.  Σε κάποιο  στιγμιότυπο του αγώνα αυτού, ο εχθρός ο Διάβολος  «…προσελθὼν ἐν μιᾷ νυκτὶ μετὰ πλήθους δαιμόνων, τοσοῦτον αὐτὸν ἔκοψε πληγαῖς, ὡς καὶ ἄφωνον αὐτὸν ἀπὸ τῶν βασάνων κεῖσθαι χαμαί».[9] Σε όλη τη διάρκεια του ασκητικού αγώνα, ο ασκητής, ο Μέγας Αντώνιος  αντιλαμβάνεται Εκείνον που του συμπαραστέκεται, δηλαδή  τον Χριστό και με τον οποίο προοδευτικά η επικοινωνία του γίνεται  πλέον άμεση:«…Ἀναβλέψας γοῦν, εἶδε τὴν στέγην ὥσπερ διανοιγομένην, καὶ ἀκτῖνά τινα φωτὸς κατερχομένην πρὸς αὐτόν. …κουφισθείς τε τῶν πόνων, ἐδέετο τῆς φανείσης ὀπτασίας, λέγων· Ποῦ ἦς; διὰ τί μὴ ἐξ ἀρχῆς ἐφάνης, ἵνα μου τὰς ὀδύνας παύσῃς; Καὶ φωνὴ γέγονε πρὸς αὐτόν· Ἀντώνιε, ὧδε ἤμην, ἀλλὰ περιέμενον ἰδεῖν τὸ σὸν ἀγώνισμα. Ἐπεὶ οὖν ὑπέμεινας, καὶ οὐχ ἡττήθης, ἔσομαί σοι ἀεὶ βοηθὸς, καὶ ποιήσω σε ὀνομαστὸν πανταχοῦ γενέσθαι. Ταῦτα ἀκούσας, ἀναστὰς ηὔχετο· καὶ τοσοῦτον ἴσχυσεν, ὡς αἰσθέσθαι αὐτὸν, ὅτι πλείονα δύναμιν ἔσχεν ἐν τῷ σώματι μᾶλλον, ἧς εἶχε τὸ πρότερον. Ἦν δὲ τότε λοιπὸν ἐγγὺς τριάκοντα καὶ πέντε ἐτῶν».[10] 
Χρησιμοποιώντας την πιο πάνω καθαρή δήλωση του Χριστού Ἐπεὶ οὖν ὑπέμεινας, καὶ οὐχ ἡττήθης, ἔσομαί σοι ἀεὶ βοηθὸς, καὶ ποιήσω σε ὀνομαστὸν πανταχοῦ γενέσθαι οι περισσότεροι άνθρωποι  από εμάς δεν συμπεριλαμβάνουν στην εικόνα που οικοδομούν για τον πνευματικό-χαρισματικό άνθρωπο αυτή την παρουσία του Χριστού. Δεν καταλαβαίνουν δηλαδή ότι σε κάθε άγιο είναι ο Χριστός αυτός που παρέχει τα πνευματικά δώρα.  
Αντίθετα, συνήθως φαντάζονται έναν άγιο ο οποίος, χωρίς ιδιαίτερο κόπο και προσπάθεια, απέκτησε ορισμένες « μαγικές και υπερφυσικές δυνάμεις». Το αποτέλεσμα είναι ότι στην περίπτωση αυτή θέλουν επίμονα να τον επισκεφθούν να τον δούνε, να τον προσεγγίσουν, να τον αγγίξουν, να μιλήσουν μαζί του,  και μάλιστα στην περίπτωση που ο  Άγιος φορέας του Χαρίσματος του Θεού ( π. Πορφύριος , Π. Παίσιος κ.λ.π)  είναι σε θέση πάλι χωρίς κόπο  να τους θεραπεύσει ή να τους μεταδώσει  μέρος του χαρίσματός του τότε τα πράγματα είναι καλά και πάνε καλά. Υπάρχει  και η περίπτωση εκτός από τα παραπάνω, άνθρωποι που θεωρούνται ως θρησκευόμενοι που υποτίθεται χρόνια εκκλησιάζονται εξομολογούνται και κοινωνούν, με την επίσκεψή τους σε έναν χαρισματούχο άγιο ασκητή, να επιθυμούν να νομιμοποιήσουν «χαρισματικά» έναν άκαμπτο και διαφορετικό τρόπο ζωής από αυτό που θέλει ο Χριστός και η Εκκλησία.
Επιστρέφοντας στο κείμενό της βιογραφίας του Αγ. Αντωνίου από τον Μ. Αθανάσιο, συναντάται  και το φαινόμενο μετά από άλλα είκοσι χρόνια μοναχικής ασκήσεως, να προσέρχονται προς αυτόν άνθρωποι οι οποίοι, είτε περίμεναν να τους μιλήσει για τον μοναχικό βίο, είτε επρόκειτο για παλιούς γνώριμους. Η σχετική αφήγηση αφήνει να εννοηθεί ότι οι επισκέπτες περιμένουν να δουν έναν άνθρωπο καταβεβλημένο, άρρωστο κακομοίρη  αν όχι κατά κάποιο τρόπο διασαλευμένο τρελό πειραγμένο στα μυαλά.
Ωστόσο προς έκπληξή τους, «…ἐθαύμαζον ὁρῶντες αὐτοῦ τό τε σῶμα τὴν αὐτὴν ἕξιν ἔχον, …τοιοῦτος γὰρ ἦν, οἶον καὶ πρὸ τῆς ἀναχωρήσεως ᾔδεισαν αὐτόν· τῆς δὲ ψυχῆς πάλιν καθαρὸν τὸ ἦθος· οὔτε γὰρ ὡς ὑπὸ ἀνίας συνεσταλμένον ἦν, οὔτε ὑφ’ ἡδονῆς διακεχυμένον, οὔτε ὑπὸ γέλωτοςκατηφείας συνεχόμενον· οὔτε γὰρ ἑωρακὼς τὸν ὄχλον ἐταράχθη, οὔτε ὡς ὑπὸ τοσούτων κατασπαζόμενος ἐγεγήθει· ἀλλ’ ὅλος ἦν ἴσος, ὡς ὑπὸ τοῦ λόγου κυβερνώμενος, καὶ ἐν τῷ κατὰ φύσιν ἑστώς».[11]
Η βιογραφία  τέλος αφηγείται και ένα μεταγενέστερο προτελευταίο πνευματικό στάδιο του  Μεγάλου Οσίου Ασκητή του Αγίου Αντωνίου πριν από την πάλη για την αναχώρηση από αυτή τη ζωή ως αγώνισμα στο στάδιο.  
Στο προτελευταίο πνευματικό αυτό,στάδιο με θεϊκή απόφαση όμως όχι δικό ας θέλημα και επιθυμία, τα χαρίσματα που απέκτησε από τον συνεχή και διαρκή πολύχρονο πνευματικό αγώνα  εκφράζονται πλέον και  ως διακονία μας προς τον συνάνθρωπο, «…
·Πολλοὺς γοῦν τῶν παρόντων τὰ σώματα πάσχοντας ἐθεράπευσεν ὁ Κύριος δι' αὐτοῦ·
·καὶ ἄλλους ἀπὸ δαιμόνων ἐκαθάρισε.
·Χάριν τε ἐν τῷ λαλεῖν ἐδίδου τῷ Ἀντωνίῳ·
·καὶ οὕτω πολλοὺς μὲν λυπουμένους παρεμυθεῖτο,
·ἄλλους δὲ μαχομένους διήλλαττεν εἰς φιλίαν·
·πᾶσιν ἐπιλέγων μηδὲν τῶν ἐν τῷ κόσμῳ προκρίνειν τῆς εἰς Χριστὸν ἀγάπης.
·Διαλεγόμενος δὲ καὶ παραινῶν…ἔπεισε πολλοὺς αἱρήσασθαι τὸν μονήρη βίον· καὶ οὕτω λοιπὸν γέγονε καὶ ἐν τοῖς ὄρεσι μοναστήρια, καὶ ἡ ἔρημος ἐπολίσθη ὑπὸ μοναχῶν, ἐξελθόντων ἀπὸ τῶν ἰδίων, καὶ ἀπογραψαμένων τὴν ἐν τοῖς οὐρανοῖς πολιτείαν».[12]

Πολεμάει την αίρεση του Αρειανισμού
Το 338 μ.Χ. ενώ βρίσκεται σε βαθειά γεράματα, η Ορθοδοξία του ζητάει την βοήθειά του. Οι Αρειανοί ταράζουν την γαλήνη της Εκκλησίας και προσπαθούν να παραποιήσουν την πίστη. Οι παρακλήσεις των επισκόπων και των μοναχών να πάρει μέρος σ’ αυτή την μάχη κατά του Αρειανισμού τον ξεσηκώνουν.
Κατεβαίνει τότε από το βουνό ο Άγιος και προχωράει, σαν θεϊκός σίφουνας, προς την Αλεξάνδρεια. Εκεί πρωταγωνιστεί. Πολεμάει με ζωτικότητα την αίρεση. Αποκηρύσσει τους Αρειανούς και την αίρεση τους. Την ονομάζει πρόδρομο του Αντίχριστου.
Όπου περνάει αφήνει τον πλούτο της ψυχικής του ευφορίας ν’ ακτινοβολήσει. Ποτέ δεν ταράζεται. Ποτέ δεν σκυθρωπιάζει. Είναι πάντα γαλήνιος. Μα σαν πρόκειται να παλέψει για την πίστη και να πολεμήσει τις αιρέσεις, φουντώνει και θεριεύει. Γίνεται αθλητής της πίστεως. Γίνεται δύναμης φοβερή και τρομερή, που γκρεμίζει τις πλάνες των αιρετικών.

«ντώνιος σς ποχαιρετ….»
Τώρα ο Άγιος είναι πλέον πολύ γέροντας. Είναι 105 χρονών. Μέχρι τώρα τίποτε δεν ένοιωσε στο κορμί του. Ποτέ του δεν αισθάνθηκε πόνο ή πυρετό ή δυσθυμία. Σε όλη του την ζωή πετούσε ανάλαφρα. Οι μπόρες, τα άγρια κρύα και οι μεγάλες ζέστες δεν τον πειράζανε. Ως τα βαθιά του γεράματα έμεινε ακμαίος και στο σώμα και στην ψυχή. Και όταν ήρθε ο χρόνος να αποχωριστεί η ψυχή από το βασανισμένο κορμί του, το προαισθάνθηκε. Και τις τελευταίες αυτές μέρες της ζωής του θέλησε να τις εκμεταλλευτή, για το καλό των μαθητών του.
Παρά τα γεράματά του επισκέφτηκε πολλά μοναστήρια κι’ έδωσε τις τελευταίες του οδηγίες. Τους είπε πώς ν’ αγωνίζονται κατά του διαβόλου και ν’ αποφεύγουν τους αιρετικούς.
Οι μοναχοί του έλεγαν να μην γυρίσει πίσω στην έρημο, στο ησυχαστήριο του, αλλά να μείνει κοντά τους. Ο Άγιος όμως επέστρεψε στην έρημο. Ζήτησε δε να μην μουμιοποίησουν το σώμα του, όπως συνηθίζανε οι Αιγύπτιοι, αλλά να ταφή εκεί κοντά στην έρημο, σε σημείο που να μην το ξέρει κανένας. Δεν ήθελε μεταθανάτιες τιμές. Λίγο προτού κλείσει τα μάτια του, λέγει στους μοναχούς, που βρίσκονται κοντά του, ότι αφήνει την μηλωτή, τον μανδύα του, για τον Μέγα Αθανάσιο, ο όποιος του τον είχε χαρίσει κάποτε καινούργιο.
 Κατόπιν ο Μ. Αθανάσιος τον φορούσε πάντοτε ως φυλαχτό. Τους προβάτινους χιτώνες του, τους άφησε στο μοναχό Σεραπίωνα. Έπειτα, αφού τους κοίταξε κατάματα τους είπε: Ο Αντώνιος σας αποχαιρετά και φεύγει. Και με τα λόγια αυτά παρέδωσε την αμόλυντη ψυχή του στον Θεό. Τον έθαψαν κατά την επιθυμία του, σε άγνωστο μέρος. Ο τάφος του έμεινε, πράγματι, άγνωστος. Ουδείς ήξερε εκ των λαικών , που ετάφη. Ήταν 17 Ιανουαρίου 356 μ.Χ. Έζησε 105 χρόνια.
            Ωστόσο, οι μοναχοί που ασκήτευαν κοντά του έλεγαν ότι κατείχαν το ιερό λείψανό του, το οποίο επί Ιουστινιανού (το 561 μ.Χ.), κατατέθηκε στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αλεξάνδρεια και από εκεί αργότερα, το 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ
«Η ψυχή που χωρίζει τον εαυτό της από το Θεό τιμωρείται με υπερηφάνεια, απληστία, οργή, οδυρμό, φθόνο, πλεονεξία, ηδονή, οκνηρία, λύπη, δειλία, αρρώστια, μίσος, κατηγορία, αδυναμία, πλάνη, άγνοια, απάτη, λήθη Θεού. Όποιος σέβεται το Θεό με όλη του την καρδιά και την πίστη, λαμβάνεται πρόνοια παρά του Θεού να κυριαρχεί του θυμού και της επιθυμίας που είναι η αιτία όλων των κακών».
«Την εγκράτεια, την ανεξικακία, τη σωφροσύνη, την καρτερία, την υπομονή και τις παρόμοιες μέγιστες και ενάρετες δυνάμεις μάς τις έδωσε ο Θεός. Μας τις δώρισε, για να τις έχουμε ως αντίδοτα και αντιστάσεις στις αντίστοιχες προς αυτές κακίες. Αν γυμνάζομε αυτές τις δυνάμεις και τις έχουμε πάντοτε πρόχειρες, τότε θα συνειδητοποιήσουμε ότι δε μας συμβαίνει πια τίποτε δύσκολο ή θλιβερό ή αβάσταχτο. Διότι θα συνειδητοποιούμε ότι όλα είναι ανθρώπινα κα τα νικούν οι αρετές που έχουμε. Αυτό δεν το σκέπτονται οι άνθρωποι πού έχουν ανόητη ψυχή. Δεν σκέφτονται ότι τα πάντα γίνονται σωστά και όπως πρέπει για το συμφέρον μας, για να λάμψουν οι αρετές μας και να στεφανωθούμε από το Θεό»
Οι ψυ­χι­κά α­καλ­λιέρ­γη­τοι καί α­μα­θεις θε­ω­ρουν γε­λοιο πράγ­μα τούς λό­γους καί δέν θέ­λουν νά τούς α­κουν ε­πει­δή ε­λέγ­χε­ται η κα­τά­στα­σή τους καί θέ­λουν νά ει­ναι ο­λοι ο­μοιοι μέ αυ­τούς.  Ε­πί­σης καί ε­κει­νοι πού ει­ναι πα­ρα­δο­μέ­νοι  σέ σαρ­κι­κά α­μαρ­τή­μα­τα φρο­ντί­ζουν νά ει­ναι ο­λοι οι αλ­λοι χει­ρό­τε­ροί τους,νο­μί­ζο­ντας  οι δυ­στυ­χεις ο­τι ε­πει­δή θά ει­ναι πολ­λοί οι α­μαρ­τά­νο­ντες,θά ε­ξα­σφα­λι­στουν οι ι­διοι α­πό τήν κα­τη­γο­ρί­α. Η χα­λα­ρή ψυ­χή χά­νε­ται καί σκο­τί­ζε­ται ε­ξαι­τί­ας της κα­κί­ας,για­τί ε­χει μέ­σα της α­σω­τεί­α,υ­πε­ρη­φά­νεια, α­πλη­στί­α, θυ­μό, αυ­θά­δεια, μα­νί­α, φό­νο, στε­νο­χω­ρί­α, φθό­νο, πλε­ο­νε­ξί­α, αρ­πα­γή, πό­νο, ψευ­δος, η­δο­νή, ρα­θυ­μί­α, λύ­πη, δει­λί­α, α­σθέ­νεια, μί­σος, φι­λο­κα­τη­γο­ρί­α, α­δυ­να­μί­α, πλά­νη, α­γνοια, α­πά­τη, λη­σμο­σύ­νη του Θε­ου. Μέ τέ­τοιες καί πα­ρό­μοιες τι­μω­ρει­ται η α­θλια ψυ­χή πού χω­ρί­ζε­ται α­πό τό Θε­ό.
Ε­κει­νοι πού θέ­λουν νά ζουν τήν ε­νά­ρε­τη καί ευ­λα­βή καί τι­μη­μέ­νη ζω­ή, δέν πρέ­πει νά δια­κρί­νο­νται α­πό τούς ε­πί­πλα­στους τρό­πους καί τήν ψεύ­τι­κη ζω­ή· αλ­λά ο­πως οι ζω­γρά­φοι καί οι α­γαλ­μα­το­ποιοί, νά δεί­χνουν καί αυ­τοί μέ τά ερ­γα τους τήν ε­νά­ρε­τη καί θε­ο­φι­λή ζω­ή τους. Καί ο­λες τίς κα­κές η­δο­νές νά τίς  α­πο­στρέ­φο­νται σάν πα­γί­δες.
Η λογική καί η ενάρετη ψυχή αναγνωρίζεται από τό βλέμμα,τό βάδισμα,τή φωνή,τό γέλιο, από τό που συχνάζει καί μέ ποιούς  συναναστρέφεται.  Ολα αυτά  εχουν αλλάξει σ΄αυτήν καί εγιναν κοσμιότερα. Γιατί ο νους πού αγαπα τό Θεό, σάν προσεκτικός θυρωρός απαγορεύει τήν εισοδο στίς κακές καί αισχρές ενθυμήσεις.
Αμαρτήματα  δέν  ειναι  οσα  γίνονται  κατά  φύση, αλλά  πονηρά  ειναι  εκεινα  πού  γίνονται  από  τήν  προαίρεση  του  ανθρώπου. Π.χ.  δέν  ειναι  αμαρτία  τό  νά  τρώει  ο  ανθρωπος, αλλά  τό  νά  μήν  τρώει  μέ  ευχαριστία, κοσμιότητα  καί  εγκράτεια  ωστε  νά  κρατα  τό  σωμα  του  στή  ζωή  χωρίς  κανένα  πονηρό  υπολογισμό. Ουτε  τό  νά  βλέπεις  αθωα  ειναι  αμαρτία, αλλά  τό  νά  βλέπεις  μέ  φθόνο, υπερηφάνεια  καί  απληστία.  Επίσης  τό  νά  μήν  ακους  υπομονετικά, αλλά  μέ  οργή  καί  θυμό, τό  νά  μήν  καθοδηγεις  τή  γλώσσα  σου  σέ  ευχαριστία  πρός  τό  Θεό  καί  προσευχή, αλλά  νά  κατηγορεις  τούς  αλλους, καί  τό  νά  μήν  απασχολεις  τά  χέρια  σου  στήν  ελεημοσύνη, αλλά  σέ  φόνους  καί  αρπαγές.  Ετσι  κάθε  μέλος  του  σώματος  αμαρτάνει  μέ  τό  νά  εργάζεται  παρά  τό  θέλημα  του  Θεου  καί  μέ  τή  θέληση  του  ανθρώπου  τά  πονηρά.
Οταν  κλείσεις  τίς  πόρτες  του  σπιτιου  σου  καί  εισαι  μόνος, νά  γνωρίζεις  οτι  ειναι  μαζί  σου  ο  αγγελος  πού  εχει  οριστει  γιά  κάθε  ανθρωπο  από  τό  Θεό, αυτός  πού  οι   Ελληνες  ονόμαζαν « οικειο  δαίμονα». Αυτός, ο  οποιος  δέν  κοιμαται  ποτέ  καί  δέν  κάνει  ποτέ  λάθος, ειναι  πάντοτε  κοντά  σου, βλέπει τά  πάντα  χωρίς  νά  τόν  εμποδίζει  τό  σκοτάδι. Μαζί  μέ  αυτόν  ειναι  σέ  κάθε  τόπο  καί  ο  Θεός, γιατί  δέν  υπάρχει  τόπος  η  πράγμα  οπου  δέν  υπάρχει  ο  Θεός, αφου  ειναι  μεγαλύτερος  απ΄ ολα  καί  κρατα  ολους  μέσα  στό  χέρι  Του.
Από  εκείνους  πού  διανυκτερεύουν  στά  πανδοχεια, μερικοί  βρίσκουν  κρεβάτια, αλλοι  δέν  εχουν  κρεβάτι, κοιμουνται  στό  πάτωμα  καί  εντούτοις  ροχαλίζουν  οπως  κι  εκεινοι  πού  κοιμουνται  σέ  κρεβάτι. Κι  οταν  περάσει  η  νύχτα, πρωί - πρωί  αφήνουν  τό  κρεβάτι  τους  καί  τό  πανδοχειο  καί  φεύγουν  ολοι  μαζί, εχοντας  μόνο  τά  πράγματα  τους. Κατά  τόν  ιδιο  τρόπο  καί  ολοι  οσοι  γεννιουνται  σ΄ αυτόν  τόν  κόσμο, καί  οι  φτωχοί  καί  οι  πλούσιοι  καί  επίσημοι, βγαίνουν  από  τή  ζωή  σάν  από  πανδοχειο, χωρίς  νά  παίρνουν  μαζί  τους  τίποτε  από  τίς  απολαύσεις  του  βίου  καί  από  τά  πλούτη  τους, παρά  μόνον  τά  εργα  τους, καλά  η  κακά, οσα  εκαναν  στή  ζωή  τους.
Οταν  μέ  ευχαριστία  πλαγιάσεις  στό  στρωμα  σου, τότε  φέρνοντας  μπροστά  σου  τίς  ευεργεσίες  καί  τήν  τόση  πρόνοια  του  Θεου, γεμίζεις  από  καλές  σκέψεις  καί  χαίρεσαι  περισσότερο  καί  ευφραίνεσαι. Καί  γίνεται  ο  υπνος  του  σώματος, νηφαλιότητα  καί  αγρυπνία  της  ψυχης, καί  τό  κλείσιμο  των  ματιων  σου, αληθινή  οραση  του  Θεου, καί  η  σιωπή  σου, κυοφορώντας  τό  αγαθό, προσφέρει  ολόψυχα, μέ  πνευματική  αισθηση, δόξα  πού  ανυψώνεται  στό  Θεό  των  ολων. Γιατί  οταν  λείπει  η  κακία, η  ευχαριστία  καί  μόνη  της  αρέσει  στό  Θεό  παραπάνω  από  κάθε  πολυτελή  θυσία. Σ΄ Αυτόν  ανήκει  η  δόξα  στούς  αιωνες  των  αιώνων.  Αμήν.




[1]  Πρβλ., Μ. Αθανασίου, Βίος και Πολιτεία του οσίου πατρός ημών Αντωνίου, PG 26, 841 A.
[2]  Πρβλ., Μ. Αθανασίου, Βίος και Πολιτεία του οσίου πατρός ημών Αντωνίου, PG 26, 841 A.
[3]  Πρβλ., Μ. Αθανασίου, Βίος και Πολιτεία του οσίου πατρός ημών Αντωνίου, PG 26, 841 BC.
[4]                  Πρβλ., Μ. Αθανασίου, Βίος και Πολιτεία του οσίου πατρός ημών Αντωνίου, PG 26, 841 C – 844 A.
[5]  Πράξεις κεφ. 16, 25-26.
[6]     Πρβλ., Μ. Αθανασίου, Βίος και Πολιτεία του οσίου πατρός ημών Αντωνίου, PG 26, 844 B – 845 A.
[7]     Πρβλ., Μ. Αθανασίου, Βίος και Πολιτεία του οσίου πατρός ημών Αντωνίου, PG 26, 849 A.
[8]     Πρβλ., Μ. Αθανασίου, Βίος και Πολιτεία του οσίου πατρός ημών Αντωνίου, PG 26, 852 A.
[9]  Πρβλ., Μ. Αθανασίου, Βίος και Πολιτεία του οσίου πατρός ημών Αντωνίου, PG 26, 856 A.
[10]             Πρβλ., Μ. Αθανασίου, Βίος και Πολιτεία του οσίου πατρός ημών Αντωνίου, PG 26, 860 AB.
[11]             Πρβλ., Μ. Αθανασίου, Βίος και Πολιτεία του οσίου πατρός ημών Αντωνίου, PG 26, 864 C – 865 A.
[12]             Πρβλ., Μ. Αθανασίου, Βίος και Πολιτεία του οσίου πατρός ημών Αντωνίου, PG 26, 865 AB.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου