Πέμπτη 5 Μαΐου 2022

Ευαγγέλιο Μεσοπεντηκοστής


Τῆς ἑορτῆς μεσούσης, ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ ἱερὸν καὶ ἐδίδασκε. Καὶ ἐθαύμαζον οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντες· πῶς οὗτος γράμματα οἶδε μὴ μεμαθηκώς; Ἀπεκρίθη οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· ἡ ἐμὴ διδαχὴ οὐκ ἔστιν ἐμή, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός με· ἐάν τις θέλῃ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιεῖν, γνώσεται περὶ τῆς διδαχῆς, πότερον ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν ἢ ἐγὼ ἀπ' ἐμαυτοῦ λαλῶ. Ὁ ἀφ' ἑαυτοῦ λαλῶν τὴν δόξαν τὴν ἰδίαν ζητεῖ, ὁ δὲ ζητῶν τὴν δόξαν τοῦ πέμψαντος αὐτόν, οὗτος ἀληθής ἐστι, καὶ ἀδικία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν. Οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὸν νόμον; Καὶ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ποιεῖ τὸν νόμον. Τί με ζητεῖτε ἀποκτεῖναι;

Ἀπεκρίθη ὁ ὄχλος καὶ εἶπε· δαιμόνιον ἔχεις· τίς σε ζητεῖ ἀποκτεῖναι; Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἓν ἔργον ἐποίησα, καὶ πάντες θαυμάζετε διὰ τοῦτο. Μωυσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὴν περιτομήν, οὐχ ὅτι ἐκ τοῦ Μωυσέως ἐστίν, ἀλλ' ἐκ τῶν πατέρων, καὶ ἐν σαββάτῳ περιτέμνετε ἄνθρωπον. Εἰ περιτομὴν λαμβάνει ἄνθρωπος ἐν σαββάτῳ ἵνα μὴ λυθῇ ὁ νόμος Μωυσέως, ἐμοὶ χολᾶτε ὅτι ὅλον ἄνθρωπον ὑγιῆ ἐποίησα ἐν σαββάτῳ!
Μὴ κρίνετε κατ' ὄψιν, ἀλλὰ τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνατε. Ἔλεγον οὖν τινες ἐκ τῶν Ἱεροσολυμιτῶν· οὐχ οὗτός ἐστιν ὃν ζητοῦσιν ἀποκτεῖναι; Καὶ ἴδε παρρησίᾳ λαλεῖ, καὶ οὐδὲν αὐτῷ λέγουσι. Μήποτε ἀληθῶς ἔγνωσαν οἱ ἄρχοντες ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ Χριστός; Ἀλλὰ τοῦτον οἴδαμεν πόθεν ἐστίν· ὁ δὲ Χριστὸς ὅταν ἔρχηται, οὐδεὶς γινώσκει πόθεν ἐστίν. Ἔκραξεν οὖν ἐν τῷ ἱερῷ διδάσκων ὁ Ἰησοῦς καὶ λέγων· κἀμὲ οἴδατε, καὶ οἴδατε πόθεν εἰμί· καὶ ἀπ' ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλήλυθα ἀλλ' ἔστιν ἀληθινὸς ὁ πέμψας με, ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε· ἐγὼ οἶδα αὐτόν, ὅτι παρ' αὐτοῦ εἰμι κἀκεῖνός με ἀπέστειλεν.
Ἐζήτουν οὖν αὐτὸν πιάσαι, καὶ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ' αὐτὸν τὴν χεῖρα, ὅτι οὔπω ἐληλύθει ἡ ὥρα αὐτοῦ.

Διάλογος για τον έρωτα με αφορμή το «Άσμα Ασμάτων»


             Το «Άσμα Ασμάτων» από όλα τα βιβλικά κείμενα ξεχωρίζει, γιατί υμνείται ο έρωτας και τα συναισθήματα που συνδέουν τα αγαπημένα πρόσωπα. Πολυερμηνευμένο και παρεξηγημένο διαχρονικά, συνεχίζει να συγκινεί και να εμπνέει η δύναμη, το βάθος και η διαφάνεια του ερωτικού αισθήματος, εκφραζόμενο με τολμηρές εικόνες και παρομοιώσεις που κοσμούν με λεπτότητα, ευγένεια και λυρισμό τον ασύνηθες για ποίημα διάλογο μεταξύ των ερωτευμένων.

Η παράδοση αποδίδει τη συγγραφή του στον Σολομώντα (περίπου το 1000 π.Χ.), η φιλολογική όμως έρευνα υποστηρίζει ότι πρόκειται για προφορικό κείμενο που απέκτησε ενιαία μορφή γύρω στο 450-400 π.Χ., ως ανθολογία γαμήλιων τραγουδιών. Εικάζεται, ακόμη, ότι είναι γραμμένο από γυναικείο χέρι, ένας εκπληκτικός ύμνος στον έρωτα, ή αλληγορική ερμηνεία της σχέσης Γιαχβέ-Ισραήλ και Χριστού-Εκκλησίας αντίστοιχα, και ο χορός των ερμηνειών κρατάει ως τις μέρες μας.

Τα κύρια πρόσωπα είναι ο Σολομώντας, η Σουλαμίτις και ο αγαπημένος της ποιμένας. Πώς κατανοήθηκε τώρα η θρησκευτική προσέγγιση στο συγκεκριμένο ποίημα; Η ερωτική αγάπη ανάμεσα σ’ έναν άντρα και μια γυναίκα αποκτά αλληγορική έκφραση ως η μυστική ένωση του Θεού με τον Ισραήλ και του Χριστού με την Εκκλησία.

Οι όποιες προσεγγίσεις και ερμηνείες που αποδίδονται στο άσμα δεν αναιρούν το κυριολεκτικό του νόημα και την ορμή της απροϋπόθετης αγάπης που νικά τα εμπόδια και τις αντιξοότητες, στην πορεία για την ολοκλήρωσή της. Είναι ένα εξαίσιο λυρικό ποίημα, ύμνος στην αγάπη και στον άχρονο έρωτα που σε όλες τις εποχές και κόντρα στις όποιες επικρατούσες αντιλήψεις, όταν είναι πηγαίος, έχει την ίδια, τελικά, δυναμική. Δεν είναι μόνο έκφραση της θρησκευτικής τέχνης με επίκεντρο του ενδιαφέροντος τον Θεό και τον άνθρωπο, αλλά μια έκρηξη συναισθημάτων, λουσμένα στην καθαρότητα του φωτός και στη δύναμη των χρωμάτων. Μια γιορτή που περιγράφει τον πόθο, θαρρείς, σε κάποια γωνιά στο περιβόλι της Εδέμ! Τον πόθο των διεστώτων και τη μετ’ εμποδίων επανένωσή τους. Εκπλήσσει δε ο τρόπος που επικοινωνούν και κοινωνούν τα αισθήματά τους.  

            Η επικοινωνία αποτελεί θεμελιώδες ζήτημα για την ανάπτυξη, διατήρηση και εμβάθυνση της ποιότητας και πληρότητας των διαπροσωπικών σχέσεων του ανθρώπου, έχοντας πρωτεύουσα σημασία στην ενότητα των ερωτευμένων, για τους οποίους η πρόκληση οικοδόμησης ενός κοινού κόσμου προϋποθέτει τη σύγκλιση απόψεων και αποφάσεων. Η έλλειψη επικοινωνίας, όπως και η αδυναμία έκφρασης των συναισθημάτων μεταξύ των αγαπημένων, μπορεί να οδηγήσει στην αποξένωση, που δεν είναι φαινόμενο του σύγχρονου τρόπου ζωής αλλά διαπιστώνεται σε όλες τις εποχές.

Ανεξαρτήτως των αντιλήψεων για τη θέση της γυναίκας στο ιστορικό παρελθόν της ανθρωπότητας, το Εγώ δημιουργεί σχέσεις κυριαρχικές και, κατά το μάλλον ή ήττον τρόπο, τον αδύναμο τον αντιμετωπίζει ως αντι-κείμενο. Έτσι η γυναίκα, ανά τους αιώνες, γίνεται το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου, καταδεσμευμένη με φόβο και απειλές.

Στο «Άσμα Ασμάτων», στο παλαιοδιαθηκικό αυτό κείμενο, δίνεται η ιερή διάσταση του έρωτα, τα αγνά συναισθήματα όπως τα έδωσε ο Θεός για να συνδέονται με δεσμούς ζωής και αγαπητική διάθεση οι άνθρωποι, χωρίς υστεροβουλίες και λογικές συμφερόντων που επιβάλλει το Εγώ. Σε κάποια, επίσης, χρυσοστομικά κείμενα γίνεται αναφορά στον ρόλο και την αξία της επικοινωνίας στη συζυγία και άλλα ζητήματα που άπτονται αυτής.

Αναρωτιέται ο σημερινός άνθρωπος πόσο άραγε σύγχρονος είναι ο λόγος τους, ως κείμενα γραμμένα εκατοντάδες χρόνια πριν; Μα, φυσικά, όσο υπάρχουν άνθρωποι, πάντα είναι επίκαιρα τα συγκεκριμένα κείμενα! Η αγάπη καθορίζει, πληρώνει και καθαγιάζει την ανθρώπινη ζωή, φωτίζοντας τα σκοτάδια της ψυχής, που ο εγωισμός ρίχνει τον βαρύ ίσκιο του.

«Κραταιά ως θάνατος αγάπη»! Μια πραγματικά συγκλονιστική παρομοίωση. Έρωτας και θάνατος. Ο έρωτας γεννάει τη ζωή, όπως και για χάρη της αγάπης ο άνθρωπος δίνει τη ζωή του. Εξίσου δυνατή η αγάπη, όπως ο θάνατος «σκληρός ως άδης ζήλος», σκληρό το πάθος, η ζήλεια σαν τον άδη, σκληρός και ο χωρισμός, σπαράζει η προδομένη καρδιά όπως στον θάνατο.

Στο δίπολο έρωτας – θάνατος κτίζεται, κατ’ ουσίαν, ο ανθρώπινος πολιτισμός. Το πώς αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τα δύο αυτά ουσιαστικότερα γεγονότα στην ανθρώπινη ζωή δεικνύει και την ποιότητα του πολιτισμού τους. Εξάλλου, οι αντιλήψεις για τον έρωτα και τον θάνατο διαμορφώνουν το αξιακό και δικαιϊκό σύστημα του ανθρώπου.

Ο Θεός αγάπη είναι, και το πλάσμα του εκπορεύει κι αυτό αγάπη, όπως και ο Δημιουργός του, εκφραζόμενη στο πεπερασμένο της ανθρώπινης ποιητικής ως λόγος και πράξη.         Η πτώση του ανθρώπου διατάραξε την παραδείσια αρμονία και οι αρχέγονες σχέσεις ενότητας έγιναν σχέσεις που ακολουθούν τους απογόνους του. Ως μακρινή ανάμνηση της χαμένης πνευματικής ενότητας που απωλέσθη με την κυριαρχία των επιλογών του Εγώ, και με συνέπειες τη φθορά και τον θάνατο, ο άνθρωπος βιώνει τον έρωτα ως πλήρωση στην ανεπάρκεια, το εσωτερικό  κενό, τη θλίψη και τη μοναξιά.

Μεταπτωτικά, εισήλθε η επιθυμία της σάρκας. Σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο, «επειδή γαρ εισήλθεν η επιθυμία, εισήλθε και ο γάμος, την αμαρτίαν εκκόπτων». Η έλλειψη μέτρου, επόμενως, είναι αμαρτία, και όχι ο έρωτας που είναι θεόδοτος. Η θεία πρόνοια έδωσε ως δώρο τον έρωτα, όχι μόνο για τη διαιώνιση του ανθρώπου προς παρηγορία στον θάνατο, αλλά πρώτιστα για να ενωθούν τα διεστώτα πνευματικά. Η ερωτικότητα είναι τρόπος ζωής, είναι κίνηση συνάντησης με τον άλλο, έξοδος από το Εγώ προς χάρη του άλλου, για δημιουργία σχέσης.

Ας μη συγχέεται η σεξουαλικότητα με την ερωτικότητα. Η σεξουαλικότητα είναι μέρος της, και είναι βιολογική ανάγκη. Εδώ, το εγώ προτάσσει τις ανάγκες του, ο άλλος είναι αντικείμενο, μέσο ικανοποίησης αυτών των αναγκών, δεν ενδιαφέρεται να χάσει το βόλεμά του για τον άλλο. Τα διεστώτα δεν αποτελούν ενότητα, υπόκεινται στην ανυπαρξία ουσιαστικά επι-κοινωνίας και η σαρκική ηδονή είναι ένα διάλειμμα στη δυική μοναξιά! Οδυνηρή διαπίστωση!

Ο άνθρωπος, όμως, δεν είναι μόνο σώμα, είναι και ψυχή, κι ο έρωτας είναι συναισθηματική ανάγκη, είναι υπέρβαση του Εγώ, προκειμένου τα υποκείμενα να επικοινωνήσουν ουσιαστικά και όχι τύποις. Η αλληλοπεριχώρηση, η αποδοχή της ετερότητας του άλλου, γίνεται συμπλήρωμα, πληρότητα στη θέση της ανεπάρκειας, και η αμοιβαία έλξη γονιμοποιεί δημιουργικά το Εγώ για την ολοκλήρωση του Εμείς. Δύσκολος δρόμος!

Όσες πρόβες γάμου κι αν συντελέσει το Εγώ, αν δεν σταθεί πάνω από το ίδιον όφελος με καθημερινή άσκηση, το «έσονται εις σάρκα μία» οδηγεί πάντα στο αδιέξοδο… και έσονται εις μοναξιά δυαδική. Την αυλαία της παράστασης τη ρίχνει στην εποχή μας, ως είθισται, το διαζύγιο, ή τη λύση της συμβίωσης τη δίνει στο τέλος ο θάνατος, όπως την εποχή των γιαγιάδων, με την άγια υπομονή. Σκληρή η πραγματικότητα!

Ο άνθρωπος φροντίζει για το σωματικό του κάλλος, χωρίς να δείχνει την ίδια επιμέλεια για την ψυχική του ομορφιά. Οι σωματικές ατέλειες κρύβονται, δεν υπάρχουν, όμως, ψιμύθια για την ψυχή. Οι αρετές καλλιεργούνται από μικρή ηλικία, και σε αντίθεση με το σώμα, που το φθίνει ο χρόνος, η ψυχική ομορφιά τον έχει σύμμαχό της! Είναι αυτή που συγκροτεί, συγκρατεί, υπομονεύει, παρηγορεί, κατανοεί, δίνει βάθος, διάρκεια, ποιότητα, λειαίνει και παλαιώνει όμορφα τη φθορά, τις ρυτίδες στις σχέσεις των ανθρώπων!

Τι είναι, τελικά, η γνήσια αγάπη; Αναφέρει, χαρακτηριστικά, ο Ιωάννης Χρυσόστομος: «η γαρ αγάπη τα αυτά ου βλέπει, αλλά προς των αυτής τα του πλησίον ορά». Να βλέπεις πρώτα τις ανάγκες του άλλου και μετά του εαυτού σου.

Με την ανάπτυξη των σχέσεων αλληλοανακαλύπτονται οι άνθρωποι. Ο άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του μέσα από τη σχέση του με έναν άλλο άνθρωπο. Είναι δύσκολος δρόμος ο έρωτας για να γνωριστούν τα διεστώτα, γιατί η υπέρβαση του Εγώ σηματοδοτεί άνοιγμα προς τον άλλον, υποταγή, δίνοντας έτσι προτεραιότητα στις ανάγκες του, είναι σταυρική αγάπη. Ο εγωισμός δεν δίνει εύκολα χώρο στον άλλον, δεν δίνεται στην αγάπη και, όταν δεν ικανοποιούνται τα θέλω του, οπλοποιεί τα συναισθήματα στρεφόμενος, ενίοτε, λυσσαλέα προς το έτερο ήμισυ.

«Θές με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου». Πόσοι και πόσες έχουν σφραγίδα στην καρδιά τους το έτερο ήμισυ; Να είναι το κέντρο της ζωής τους ο άλλος, και όχι το ερωτικό αντικείμενο και το μέσο ικανοποίησης και επιβεβαίωσης του Εγώ. Επιτρέπει ο εγωισμός να εκφραστεί με ευαισθησία και τρυφερότητα, ιδιαίτερα ο ανδρικός εγωισμός που είναι πιο αδάμαστος και βίαιος στις εκδηλώσεις του;

Όσο πιο ολοκληρωμένη είναι η προσωπικότητα, τόσο πιο βαθιά και αληθινά είναι τα αισθήματα του ανθρώπου, και ο έρωτας βίωμα ευεργετικό. Ο εγωισμός, όμως, είναι τροχοπέδη στην προσπάθεια αυτή, γιατί θέλει προσπάθεια και καλή διάθεση το δόσιμο στην αγάπη. Διαφορετικά, το ανικανοποίητο αίσθημα της ανεπάρκειας έρχεται φιλάρεσκα να γεμίσει η εναλλαγή των ερωτικών συντρόφων. Υπάρχει, όμως, μεγαλύτερη μοναξιά από το κενό μιας «σφραγίδας» στην καρδιά, στη ζωή του ανθρώπου;

«Λόγια αγάπης να της λες...», παροτρύνει τον σύζυγο ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος. «Εγώ απ’ όλα, τη δική σου αγάπη προτιμώ και τίποτε δεν μου είναι οδυνηρό, όσο το να βρεθώ σε διάσταση μαζί σου. Κι αν όλα χρειαστεί να τα χάσω, κι αν στους εσχάτους βρεθώ κινδύνους, οτιδήποτε κι αν πάθω, όλα μου είναι υποφερτά, όσο εσύ μου είσαι καλά».

Οι παραινέσεις αυτές δεν υστερούν σε σχέση με τον σύγχρονο λόγο ενός ψυχολόγου ή ενός οικογενειακού συμβούλου.

Για τους ιερούς Πατέρες δεν είναι διαφορετικά πράγματα ο έρωτας και η αγάπη. Ο έρωτας είναι πόθος κι έχει συνέχεια και διάρκεια όπως η αγάπη, και η αγάπη έχει την ψυχική ανάταση, την έκσταση και ένταση του έρωτα.

Με «σπινθήρες φωτιάς» παρομοιάζει το άσμα την αγάπη, «οι φλόγες της σαν το πυρ», τα νερά και  τα ποτάμια δεν μπορούν να τη σβήσουν και να την πνίξουν!

Γιατί, όμως, δαιμονοποιήσαμε τον έρωτα, αυτό το θεόδοτο δώρο;

Μήπως γιατί ο έρωτας είναι κινητήριος δύναμη, δεν ελέγχεται, είναι ανατρεπτικός από τη φύση του, αλλάζει τον άνθρωπο, τον διαμορφώνει. Όταν είναι δυνατός, αληθινός, δημιουργεί σχέσεις υγιείς, καθαρές από τη λογιστική των συμφερόντων, είναι απρόβλεπτος, και αυτό ενοχλεί όποια εξουσία θέλει να ελέγχει τις ζωές των ανθρώπων, γιατί την αγάπη «και ποταμοί ου συγκλύσουσιν αυτήν».

Το τέλος της σαρακοστής οδηγεί σε φαγοκόπι. Όταν έχεις πείσει ότι ο έρωτας είναι αμαρτία και ότι καλό είναι να περιορίζεται στην παιδοποιία, τότε εύκολα οδηγείς τον άνθρωπο στο άλλο άκρο, στη σεξουαλική απελευθέρωση, μεταβολίζοντας δεισιδαιμονίες, προκαταλήψεις και φαντασιώσεις σε μεγάλες προσδοκίες! Το αποτέλεσμα χειρότερο, η αποξένωση βάθυνε, νέα ήθη και έθιμα μπέρδεψαν περισσότερο το κουβάρι των σχέσεων και ο ατομικισμός εκτοξεύεται στα ύψη.

Ο άνθρωπος αυτοπαγιδεύεται στο επουσιώδες, στο περιττό, αναλώνεται σε ένα ατέρμονο κυνήγι ικανοποίησης των θέλω του, μα είναι ακόρεστη η πλεονεξία και προκαλεί ανασφάλειες και φοβίες στο Εγώ. Τότε, για την ανεπάρκειά του φταίνε οι γύρω του, οι συγγενείς, οι φίλοι, οι συνάδελφοι, ο στραβός ο φλάρος, μόνο το Εγώ δεν φταίει, η ανομολόγητη εσωτερική σκλαβιά.

Η απελευθέρωση αρχίζει από μέσα μας, αποτινάζοντας τις δεσμεύσεις που εντυπωσιάζουν το Εγώ, θολώνουν την κρίση και απομακρύνουν τον άνθρωπο από την ουσία των πραγμάτων.

Ούτε εξαγοράζεται η αγάπη. Όλα τα πλούτη να δώσει κάποιος για να την εξαγοράσει, μόνο την περιφρόνηση θα έχει. Αναφέρεται χαρακτηριστικά στο παλαιοδιαθηκικό άσμα: «εάν δω ανήρ πάντα τον βίον αυτού εν τη αγάπη εξουδενώσει εξουδενώσουσιν αυτόν».

Για να πρυτανεύει η αγάπη στις σχέσεις, δεν πρέπει να αναζητείται η εξωτερική ομορφιά, ούτε τα χρήματα, κατά τον χρυσοστομικό λόγο, «μη χρημάτων περιουσίαν», αλλά «ψυχής επιζήτει κάλλος». Αναφέρει ο άγιος ότι «μυστήριον αγάπης εστίν ο γάμος. Γυνή γαρ και ανηρ ουκ εισιν άνθρωποι δύο αλλά άνθρωπος εις». Επίσης, ο γάμος είναι μυστήριο της εκκλησίας γιατί «τύπος της του Χριστού παρουσίας εστίν ο γάμος».

Ο ατομικιστής, όμως, προτιμά το προσωπικό βόλεμα, προφυλάσσεται στο όστρακό του. Πρώτα απ’ όλα, ενδιαφέρεται να ικανοποιήσει τις δικές του ανάγκες. Μυριάδες γάμοι έχουν ευλογηθεί, συμβατικοί εν τη γενέσει τους, πριν καν το «έσονται εις σάρκα μία», γάμοι προς χάρη των οικονομικών συναλλαγών, να ενωθούν πρώτιστα οι περιουσίες ή για οικονομική αποκατάσταση, γάμοι για να εξασφαλιστεί το σεξ και η παιδοποιία, για να κληρονομηθεί η περιουσία και να γηροκομηθούν μελλοντικά οι νεόνυμφοι. Θλιβερά πράγματα…  Μυριάδες παιδιά γεννιούνται και ανατρέφονται σε συμβατικά οικογενειακά περιβάλλοντα και σίγουρα πολλά από αυτά αναπαράγουν τα κακέκτυπα, ως ενήλικες πλέον, στην προσωπική τους ζωή.

Δεν είναι ρομαντισμός το «Άσμα Ασμάτων», ούτε οι παραινέσεις του Ιωάννη Χρυσόστομου. Είναι επι-κοινωνία, καθημερινός τρόπος ζωής, είναι γλυκασμός και ένωση των ψυχών. Η επικοινωνία κατά τον ιερό Πατέρα, για να είναι εποικοδομητική, πρέπει να γίνεται στη βάση του αλληλοσεβασμού. Επιπλέον, επικοινωνία είναι και οι εκδηλώσεις στοργής, το ενδιαφέρον για την καθημερινότητα του άλλου, η ευγένεια, ο τρυφερός λόγος, ο θαυμασμός για τα χαρίσματα, τις αρετές και τις ικανότητες του αγαπημένου προσώπου, να υπενθυμίζει ο ένας στον άλλο πόσο σημαντική είναι η παρουσία του στη ζωή του.

Με αυτόν τον τρόπο κτίζονται άρρηκτοι δεσμοί. Διαφορετικά, ζει ο καθένας τον έρωτα μοναχικά, μέχρι η σκιά του χρόνου να βαρύνει τόσο, κι αρκεί ένα ασήμαντο συμβάν να γίνει η αφορμή για να καταρρεύσει το ντόμινο της ψευδαίσθησης του έρωτα που είχαν κτίσει τα διεστώτα.

Ας αναρωτηθεί ο καθένας τι πρότυπο είναι για τους νεότερους και τι κακέκτυπο οι νέοι προετοιμάζονται για να αναπαραγάγουν. Δεν φταίνε οι άλλοι αν δεν έχουμε αποδεχθεί τον βαθμό της ιδιοτέλειάς μας, αν δεν μάθαμε να αγαπάμε χωρίς προϋποθέσεις και υστεροβουλίες. Είναι θλιβερό να διαλύονται οι άνθρωποι πρώτα, για να κατανοήσουν στην συνέχεια «ποιοι είναι τελικά».

Στον έρωτα είναι όλα κοινά, και δεν είναι μόνο ο κοινός χώρος συμβίωσης αλλά ένα κοινό ταμείο αξιών, ιδανικών, σκέψεων, αισθημάτων. Στον έρωτα, όντως, κτίζεις έναν κοινό κόσμο! Ίσως να μην το έχουμε συνειδητοποιήσει, αλλά αυτός ο κοινός κόσμος είναι και η πνευματική ενότητα των διεστώτων.

 

Παρασκευή 8 Απριλίου 2022

Περί της ώρας της Αναστάσεως


 Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρει μέχρι την ανατολή του ηλίου της πρώτης ημέρας της εβδομάδος, δηλαδή τη Κυριακή· «Οψέ Σάββατων τη επιφωσκούση εις μί­αν σαββάτων» (κεφ. 28,1).

 

Ο Μάρκος λέει όταν πέρασε η ημέρα του Σαββάτου, Μετά τη δύση του ηλίου που άρχιζε η πρώτη ημέρα της εβδομάδος, δηλαδή η Κυριακή· «Και διαγενομένου του σαββάτου …; λίαν πρωί της μιας σαββάτων έρχονται επί το μνημείον ανατείλαντος του ηλίου» (κεφ. 16, 1-2).

 

Ο Λουκάς αναφέρεται στα βαθιά χαράματα της πρώτης ημέρας της εβδομάδος, ήτοι την Κυριακή· «Τη δε μια των σαββάτων, όρθρου βαθέως ήλθον επί το μνήμα» (κεφ. 24, 1).

 

Και ο Ιωάννης λέει, όταν πέρασε η ημέρα του Σαββάτου κατά την πρώτη ημέρα της εβδομάδος, δη­λαδή τη Κυριακή, που ήταν ακόμη σκοτάδι· «Τη δε μια των σαββάτων …; έρχεται πρωί σκοτίας έτι ούσης εις το μνημείον» (κεφ. 20, 1).

 

Και οι τέσσερις Ευαγγελιστές, ως ημέρα αναστάσεως του Ιησού Χριστού, αναφέρουν την αρχή της ημέρας της Κυριακής· Διαγενομένου του Σαββάτου· της μιας σαββάτων  όταν επέρασε η ημέρα του Σαββάτου και άρχιζε η άλλη ημέρα» χωρίς να ορίζουν την ακριβή ώρα.

 

Ο καθένας αναφέρεται σε διαφορετικά χρονικά όρια της πρώτης ημέρας της εβδομάδος, που άρχιζε μετά το Σάββατο, ήτοι της Κυριακής. Δεν τους ενδιαφέρει η ακριβής ώρα, αλλά η ημέρα για να αποδείξουν το τριήμερο, όπως ακριβώς είχε διαβεβαιώσει ο Χριστός τους μαθητές του, ότι θα αναστηθεί·

 

«Από τότε ήρξατο ο Ιησούς δεικνύειν τοις μαθηταίς αυτού, ότι δει αυτόν απελθείν εις Ιεροσόλυμα και πολλά παθείν από των πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμματέων και αποκτανθήναι και τη τρίτη ημέρα εγερθήναι» (Ματθ. 16, 21).

 

Λοιπόν, πότε ακριβώς αναστήθηκε ο Κύριος Ιησούς Χριστός: Ο Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας Διονύσιος, που ρωτήθηκε για το θέμα αυτό, απάντησε, ότι τούτο είναι πολύ δύσκολο και αβέβαιον· «Ακριβή δε όρον τιθέναι επιζητείς και ώρα πάνυ μεμετρημένην, όπερ και δύσκολον και σφαλερόν εστίν» («Σύνταγμα θείων και Ιερών Κανόνων», Γ. Ράλλη – Μ. Πότλη, τομ. Δ΄, σελ. 1. Επιστολή προς Επίσκοπον Βασιλείδην).

 

Οι δύο Ευαγγελιστές Ματθαίος και Λουκάς συμφωνούν, ότι η Ανάσταση του Κυρίου Ιησού Χριστού έγινε τα μεσάνυκτα του Σαββάτου, όταν είχε παρέλθει η έκτη ώρα της νύκτας.

 

Τούτο συνάγεται από τα λεγόμενά τους, ότι οι γυναίκες πήγαν στο μνήμα «Οψέ Σαββάτων [και] Όρθρου βαθέος», ότε δηλαδή είχε περά­σει η έκτη ώρα της νύκτας, οπότε και άρχιζε η καινούργια μέρα κατά τους εκκλησιαστικούς όρους.

 

Έτσι, οι Πατέρες της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου αποφάσισαν, οι Χριστιανοί να νηστεύουν μέχρι τα μεσάνυκτα του Σαββάτου· «Χρή τους πιστούς περί μέσας της μετά το μέγα Σάββατον νυκτός ώρας απονηστίζεσθαι, των θείων Ευαγγελιστών Ματθαίου και Λουκά, του μεν, δια του οψέ Σαββάτων προσρήματος, του δε, δια του όρθρου βαθέως, την βραδύτητα της νυκτός ημίν υπογράφο­ντος»· (Καν. ΠΘ΄).

 

Όταν λέει ο Κανόνας «περί μέσας της μετά το μέγαν Σάββατον νυκτός ώρας απονηστίζεσθαι», εννοείται, ότι οι Χριστιανοί θα συμμετάσχουν στην Θεία Λειτουργία έως το τέλος «προσενέγκατε την θυσίαν ημών» και μετά θα αρχίσουν το Πασχαλινό φαγητό, δηλαδή τα χαράματα της Κυριακής.

 

Επ’αυτού οι Αποστολικές Διαταγές είναι σαφείς· «Δια τούτο και ημείς, αναστάντος του Κυρίου, προσενέγκατε την θυσίαν ημών …; και λοιπόν απονηστεύετε, ευφραινόμενοι και εορτάζοντες»· (ΒΕΠΕΣ, τομ. 2, παρ. 7 και 8, σελ. 90-91).

 

2. Το Τριήμερον της Αναστάσεως

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είχε δηλώσει στους μαθητές Του, ότι θα καταδικαστεί σε θάνατο, αλλά την τρίτη ημέρα θα αναστηθεί· «αποκτανθήναι και τη τρίτη ημέρα εγερθήναι» (Ματθ. 16, 21).

 

Πράγματι, αναστήθηκε ο Ιησούς Χριστός την τρίτη ημέρα: Οι δύο μαθητές του Χριστού που μετά τη θανατική Του καταδίκη και τη ταφή Του πήγαιναν «προς Εμμαούς» δηλώνουν, ότι ήδη έχουν περάσει τρεις ημέρας από το θάνατον του Χριστού· «… αλλά γε και συν πάσιν τούτοις τρίτην ταύτην ημέραν άγει σήμερον, αφ’; ου ταύτα εγένετο»· (Λουκ. 24, 21). Αλλά και οι γυναίκες, που «διαγενομένου του Σαββάτου, ή όψε σαββάτων, η τη μια των σαββάτων», πήγαιναν στον τάφο του Χριστού, για να επιτελέσουν τα Εβραϊκά νεκρικά ήθη και έθιμα, τα τρίμερα, αποδεικνύουν περίτρανα, πως πράγματι είχε ήδη αρχίσει το τριήμερον.

 

Όμως, ερωτάται: Πώς αποδεικνύεται αυτό το τριήμερον: Το εικοσιτετράωρο οι Εβραίοι το μετρούσαν από το ένα βράδυ έως το άλλο βράδυ· «από εσπέρας έως εσπέρας σαββατιείτε» (Λευιτ. 23, 32).

 

Ο Ιησούς Χριστός «παρέδωκε το πνεύμα» το απομεσήμερον της ενάτης ώρας (τρεις μ.μ.) της Παρασκευής· «Η δε ωσεί ώρα έκτη (δώδεκα μ.μ.) και σκότος εγένετο εφ’ όλην την γην έως ώρας ενάτης (τρεις μ.μ.) του ηλίου εκλείποντος …; και κλίνας την κεφαλήν παρέδωκε το πνεύμα» (Λουκ. 23, 44, Ιωάν. 19, 30).

 

Η ημέρα της Παρασκευής είχε αρχίσει από τα μεσάνυχτα της Πέμπτης, οπότε τα μεσάνυχτα της Παρασκευής έχουμε την μία ημέρα. Από τα μεσάνυχτα της Παρασκευής έως τα μεσάνυχτα του Σαββάτου έχουμε τη δεύτερη ημέρα. Και από τα μεσάνυχτα του Σαββάτου έως γα μεσάνυχτα της Κυριακής έχουμε τη τρίτη ημέρα, την Κυριακή, η οποία σημειωτέον έχει αρχίσει από τα μεσάνυχτα του Σαββάτου.

 

Επομένως την τρίτη ημέρα, την Κυριακή, αναστήθηκε ο Χριστός και κατά το διάστημα αυτής της ημέρας, πράγματι, τελείται η Ανάσταση. Όμως, επειδή οι Ευαγγελιστές δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένη ώρα, αλλάς τις αρχές της τρίτης ημέρας, της Κυριακής, η Ορθόδοξη Εκκλησία όρισε η Ανάσταση να γίνεται, όταν ακριβώς, αρχίζει η ημέρα της Κυριακής (μετά το μεσονύκτιο, δηλαδή, του Σαββάτου), οπότε οποιαδήποτε ώρα και αν αναστήθηκε ο Χριστός η ακριβής ώρα περιέχεται μέσα στη τρίτη ημέρα, την ημέρα της Κυριακής.

 

Επομένως, η απάντηση στα ερωτήματα περί της ακριβούς ώρας και του τριημέρου της Αναστάσεως του Ιησού Χριστού είναι ότι η ακριβής ώρα της Ανάστασης είναι δύσκολο να αποδειχθεί, άλλωστε δεν έχει καμιά απολύτως σημασία για την σωτηρία μας, για αυτό και οι Ευαγγελιστές δεν ασχολούνται.

 

Η Ανάσταση είναι ένα γεγονός και δεν είναι μια απλή γιορτή που εκκλησιολογικά κάνουμε εσπερινό την προηγούμενη μέρα. Το ασφαλές είναι ότι η Κυριακή είναι η μέρα της Ανάστασης. Ακριβής ώρα δεν γνωρίζουμε αλλά τηρούμε το τριήμερο.

Από όλα τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι η τέλεση της Ακοιλουθία της Αναστάσεως ήταν σφάλμα. Το σωστό θα ήταν η τέλεσή Της να πραγματοποιηθεί το πρωί της Κυριακής, για να δηλώσουμε σαν Εκκλησία αυτό που ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως <<και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς>>.